Η σημασία της θεσμικής ψυχραιμίας στην υπόθεση Χατζηβασιλείου
Στην εποχή των γρήγορων συμπερασμάτων και των ακόμη πιο γρήγορων εντυπώσεων, η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να χάσει κάτι θεμελιώδες: τη λογική. Η περίπτωση του πρώην Υφυπουργού Εξωτερικών και βουλευτή της ΝΔ Τάσου Χατζηβασιλείου και η σύνδεσή του με τη διερευνώμενη υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Μέσα σε λίγες ώρες από τη δημοσιοποίηση της είδησης, ο δημόσιος λόγος πήρε φωτιά. Τίτλοι, σχόλια, υπαινιγμοί, εδώ και καιρό. Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλή — και πολύ πιο ψύχραιμη: δεν υπάρχει καταδίκη, δεν υπάρχει τεκμηριωμένη ενοχή, υπάρχει μόνο μια διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη και μπόλικη σπέκουλα.
Κι εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα. Σε μια δημοκρατία, η διερεύνηση δεν είναι ενοχή. Η αναφορά ενός ονόματος σε μια δικογραφία δεν είναι απόδειξη. Και η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να υποκαθιστά τη Δικαιοσύνη.
Ο Τάσος Χατζηβασιλείου, με τη μέχρι τώρα δημόσια πορεία του, έχει δώσει δείγματα πολιτικής συνέπειας και θεσμικής προσήλωσης. Δεν είναι ένας «άγνωστος» στο δημόσιο χώρο. Έχει διαγράψει μια σταθερή πορεία, με παρουσία στον πολιτικό διάλογο και σαφείς θέσεις. Είναι ο άνθρωπος που έχει βοηθήσει θεσμικά, όσο λίγοι το νομό Σερρών.
Αυτό δεν τον καθιστά υπεράνω ελέγχου — αλλά σίγουρα επιβάλλει να αντιμετωπίζεται με την ίδια θεσμική σοβαρότητα που αρμόζει σε κάθε πολίτη.
Εξάλλου, από την πρώτη φορά που ακούστηκε το όνομά του στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και από τις συνομιλίες που δόθηκαν στην δημοσιότητα, δεν προέκυψε κανένα επιβαρυντικό στοιχείο που να τον εμπλέκει σε αθέμιτες παρεμβάσεις, παρά μόνο, να διαπιστωθεί αρμοδίως αν το αίτημα ενός πολίτη μπορούσε να υλοποιηθεί νομίμως και που τελικά δεν υλοποιήθηκε.
Στην Βουλή, προχθές (22/4), κατά την συζήτηση για την άρση ασυλίας των 13 βουλευτών της ΝΔ των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο κ. Χατζηβασιλείου στην τοποθέτησή του, σημείωσε ότι, με βάση τη δικογραφία, δεν έχει σχέση ούτε με παράνομες επιδοτήσεις ούτε με βοσκοτόπια και τόνισε πως ζητεί απερίφραστα την άρση της ασυλίας του όχι ως εγκαλούμενος, αλλά για να κλείσει οριστικά αυτή η υπόθεση. Υπογράμμισε ότι δεν φοβάται και ότι έχει πλήρη εμπιστοσύνη στην ελληνική Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της.
Να σημειώσουμε εδώ, πως το άδικο της υπόθεσης Χατζηβασιλείου, αναγνωρίζουν ακόμη και οι πολιτικοί του αντίπαλοι, άσχετα αν για κομματικούς λόγους δεν το παραδέχονται δημοσίως.
Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την υπόθεση, δεν είναι οι εύκολες εντυπώσεις. Είναι η ανάγκη να θυμηθούμε πώς λειτουργεί ένα κράτος δικαίου: με διαδικασίες, με αποδείξεις και — κυρίως — με χρόνο.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν κάποιος αναφέρθηκε σε μια υπόθεση. Είναι αν μπορούμε, ως κοινωνία, να αντισταθούμε στον πειρασμό να καταδικάζουμε πριν καν ακούσουμε τα γεγονότα.
Και αυτό είναι ένα τεστ που δεν αφορά μόνο τον Τάσο Χατζηβασιλείου. Μας αφορά όλους.

