Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, πέντε βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας παρεμβαίνουν με κοινή δημόσια επιστολή στα ΝΕΑ, θέτοντας ζήτημα αλλαγών στο μοντέλο διακυβέρνησης. Οι Αθανάσιος Ζεμπίλης (βουλευτής Π.Ε. Εύβοιας), Ανδρέας Κατσανιώτης (βουλευτής Π.Ε. Αχαΐας), Ξενοφών Μπαραλιάκος (βουλευτής Π.Ε. Πιερίας), Γιάννης Οικονόμου (βουλευτής Π.Ε. Φθιώτιδας) και Ιωάννης Παππάς ζητούν ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ρόλου και επαναπροσδιορισμό της σχέσης κυβέρνησης και βουλευτών, υπογραμμίζοντας ότι η λειτουργία της εξουσίας πρέπει να φέρνει τα κέντρα λήψης αποφάσεων πιο κοντά στην κοινωνία.
Η επιστολή:
«Για ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, που θα φέρει τα κέντρα λήψης αποφάσεων πιο κοντά στη κοινωνία των πολιτών! Η αναζωπύρωση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι παραιτήσεις υπουργών καιυφυπουργών και τα αλλεπάλληλα αιτήματα άρσης ασυλίας βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας είναι, μεταξύ άλλων, μία υπενθύμιση.
Υπενθύμιση αναδρομής στο πρώτο νομοθέτημα της αυτοδύναμης κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, που καθιέρωσε ένα συγκεκριμένο μοντέλο διακυβέρνησης. Το Επιτελικό Κράτος, το οποίο λοιδορήθηκε, αποτέλεσε πολιτικό επιχείρημα άσκησης κριτικής, αλλά λειτούργησε και συνεχίζει να λειτουργεί. Εκείνο που καλούμαστε να αναλογιστούμε είναι αν μπορούμε να βελτιώσουμε το Επιτελικό Κράτος και να ενισχύσουμε την αρχιτεκτονική ενός μοντέρνου και λειτουργικού κράτους, που να
ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανάγκες του σήμερα. Να αναστοχαστούμε το επιτελικό κράτος και τον τρόπο λειτουργίας του, ιδίως με την πάροδο των περίπου επτά ετών, ως πρότυπου διαχείρισης της εξουσίας στη χώρα.
Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι ενώ το επιτελικό κράτος είναι αποτελεσματικό σε συνθήκες μεγάλων κρίσεων, δεν αποδεικνύεται το ίδιο αποτελεσματικό σε περιόδους ομαλότητας. Επίσης, γεννά ενίοτε ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας, που δεν συνάδουν με μια ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως διαμορφώθηκε μεταπολιτευτικά, με βάση κυρίως τις αρχές
και τις αξίες της παράταξής μας.
Ο νόμος 4622/2019 για το «Επιτελικό Κράτος» αποτέλεσε μια μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση συντονισμού, ταχύτητας και λογοδοσίας. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι στην πορεία προκάλεσε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε μικρούς πυρήνες. Μετέφερε όλο και περισσότερη βαρύτητα στο κέντρο, ενίσχυσε τον στενό πυρήνα γύρω από την κορυφή της Κυβέρνησης και περιόρισε την αυτοτέλεια των υπουργείων και ιδιαίτερα της κοινοβουλευτικής ομάδας, σε σύγκριση με το μέτρο των θεσμικών τους καθηκόντων. Η συγκέντρωση της εξουσίας έγινε στο όνομα της αποτελεσματικότητας. Αλλά, σήμερα μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει σημασία μόνο το τι κάνεις, αλλά και ο τρόπος που το κάνεις. Και στη δημοκρατία το δεύτερο είναι ίσως σημαντικότερο από το πρώτο. Οι θεσμοί πρέπει να είναι αποτελεσματικοί, αλλά με τρόπο που δεν αφήνουν χώρο για δυσλειτουργίες και παραφωνίες. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι, στη μεγάλη εικόνα, το επιτελικό κράτος δεν κατάφερε να ελέγξει πλήρως τα φαινόμενα διαφθοράς εντός του κράτους και της κοινωνίας.
Στο σημείο αυτό υπάρχει μια αντίφαση. Το επιτελικό κράτος διεκδικεί τον απόλυτο έλεγχο, πιστώνεται τις επιτυχίες, αλλά, όταν εμφανίζονται σοβαρές παθογένειες, η ευθύνη διαχέεται προς τα κάτω και ιδιαίτερα προς τους βουλευτές.
Αυτή η πρακτική δεν υπάρχει σε εγχειρίδια ηγεσίας. Σήμερα, σε μια περίοδο όπου η ίδια η Κυβέρνηση προχωρά σε διορθωτικές κινήσεις, υπό την πίεση δικαστικών εξελίξεων, χρειάζεται να συζητήσουμε για το επιτελικό κράτος. Μια συζήτηση που προέχει του διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Σκοπός είναι να αποκτήσουμε μια νέα δυναμική, να πάμε ακόμα πιο μπροστά, καθώς η κοινωνία παραμένει πεπεισμένη ότι μόνο η ΝΔ και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερότητα και ευημερία.

